Δημήτρης Μαζιώτης στο Flash.gr: «Πεθαίνεις κάθε βράδυ στη σκηνή για να ξαναγεννηθείς με τον ήρωα»
Ο ηθοποιός μιλά για το νόημα του «Γελοίου» του Ντοστογιέφσκι, τη δυσκολία το μονολόγου, τα προσωπικά σκοτάδια, αλλά και το #MeToo.
«Το θέατρο είναι μια πράξη αλήθειας και γυμνότητας, όπου ο ηθοποιός και ο άνθρωπος γίνονται ένα». Με αυτά τα λόγια ο Δημήτρης Μαζιώτης μας μιλά με πάθος για την ερμηνεία του στο το κλασικό αριστούργημα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι «Το όνειρο ενός γελοίου» που ανεβαίνει στο Θέατρο Noūs κάθε Τετάρτη και Πέμπτη σε σκηνοθεσία Έλενας Αγγελοπούλου.
«Είμαι γελοίος»! Συγκλονιστικός τρόπος για να ξεκινήσει κανείς μια παράσταση. Πώς αντιδρά ο κόσμος;
«Κάθε φορά που λέω τη φράση “Είμαι γελοίος”, νιώθω ότι ο χρόνος παγώνει. Το κοινό ξαφνιάζεται, κάποιοι χαμογελούν αμήχανα, άλλοι σκύβουν ελαφρά μπροστά, σαν να θέλουν να ακούσουν τη συνέχεια. Είναι μια εξομολόγηση, αλλά και μια πρόκληση. Από την πρώτη στιγμή ο θεατής καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται να δει μια συνηθισμένη ιστορία, αλλά να βρεθεί απέναντι σε έναν άνθρωπο που τολμά να εκθέσει το γελοίο, το σκοτεινό, το αληθινό μέσα του.
Και αυτό τον αφορά όλους μας, γιατί κάπου βαθιά, ο καθένας κουβαλά ένα κομμάτι “γελοίου” που φοβάται να παραδεχτεί. Ο Ντοστογιέφσκι ξεκινά με μια λέξη που σε απογυμνώνει και αυτό είναι το μεγαλείο του. Για μένα, είναι μια φράση που ανοίγει διάλογο με το κοινό, όχι από θέση δύναμης, αλλά από πλήρη ευαλωτότητα».
Τι πραγματεύεται το έργο «Το όνειρο ενός γελοίου» του Ντοστογιέφσκι;
«Το έργο είναι μια βαθιά υπαρξιακή εξομολόγηση. Ένας άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του γελοίο, αποκομμένος από τον κόσμο και απογοητευμένος από την κοινωνία, φτάνει στο σημείο να θέλει να αυτοκτονήσει. Είναι ένας αντισυστημικός ήρωας, ένας άνθρωπος που δεν αποδέχεται τα ψεύδη και τις συμβάσεις γύρω του, που βλέπει την υποκρισία και αρνείται να συμμορφωθεί.
Όμως μέσα από ένα όνειρο, ένα όραμα σχεδόν μεταφυσικό, βιώνει την αποκάλυψη ενός κόσμου καθαρού, γεμάτου αλήθεια και αγάπη. Και τότε καταλαβαίνει πως όλα μπορούν να αλλάξουν, όχι μέσα από σύγκρουση ή βία, αλλά μέσα από την απλότητα της αγάπης, μέσα από τη συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να στραφεί προς το φως.
Ο Ντοστογιέφσκι, με συγκλονιστική ευαισθησία, μιλά για τη δυνατότητα της αναγέννησης. Για τη σωτηρία που ξεκινά από μέσα μας, από τη στιγμή που ο άνθρωπος τολμά να αντικρίσει την αλήθεια του και να πιστέψει ξανά στην καλοσύνη.
Για μένα, είναι ένα έργο βαθιά ανθρώπινο και ελπιδοφόρο. Μας θυμίζει πως ακόμη κι εκείνος που θεωρείται “γελοίος”, ο αποτυχημένος ή ο περιθωριακός, μπορεί να γίνει ο φορέας μιας μεγάλης αλήθειας: ότι η αγάπη είναι η μόνη δύναμη που μπορεί πραγματικά να μεταμορφώσει τον κόσμο».
Εσείς έχετε περάσει τα υπαρξιακά σας; Πώς τα διαχειριστήκατε;
«Όλοι, νομίζω, περνάμε κάποια στιγμή τα υπαρξιακά μας, ειδικά όσοι ασχολούμαστε με την τέχνη. Η τέχνη σε φέρνει διαρκώς αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, με τα κενά σου, με τις σιωπές σου. Έχω περάσει περιόδους αμφιβολίας, μοναξιάς, εσωτερικής σύγκρουσης. Όμως δεν τις βλέπω πια σαν σκοτάδι· τις βλέπω σαν στάδια ωρίμανσης. Κάθε κρίση είναι μια ευκαιρία να καταλάβεις κάτι βαθύτερο για σένα και τους άλλους.
Όπως και ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι, πιστεύω πως μέσα από τον πόνο γεννιέται η κατανόηση κι από την απογοήτευση μπορεί να ανθίσει η αγάπη. Το σημαντικό είναι να μη μείνεις στη νύχτα, αλλά να βρεις τρόπο να την μετατρέψεις σε φως. Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ, να μεταμορφώνω ό,τι με πληγώνει σε υλικό δημιουργίας. Εκεί, κάπου ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, νομίζω πως γεννιέται το αληθινό θέατρο».
Είναι δύσκολος ο μονόλογος; «Ξεγυμνώνει» έναν ηθοποιό;
«Ναι, είναι δύσκολος. Ο μονόλογος αυτός δεν είναι απλώς λόγος, είναι μια πνευματική και συναισθηματική διαδρομή. Δεν έχεις κανέναν απέναντί σου να σε στηρίξει, να “παίξει” μαζί σου. Είσαι μόνος με το κείμενο, με τον εαυτό σου και με το κοινό. Κάθε σιωπή, κάθε ανάσα, κάθε παύση σε εκθέτει. Το «Όνειρο ενός γελοίου» σε ξεγυμνώνει, γιατί δεν σου επιτρέπει να κρυφτείς πίσω από τεχνικές. Πρέπει να αφήσεις τον εαυτό σου να γίνει το σώμα και η φωνή του ήρωα, να περάσεις μέσα από την απόγνωση, την ντροπή, την ενοχή και να φτάσεις στην κάθαρση.
Κάθε φορά που παίζω τον μονόλογο, νιώθω σαν να ξαναζώ μια εσωτερική εξομολόγηση. Είναι απαιτητικό, αλλά και λυτρωτικό. Όταν τελειώνει, έχεις την αίσθηση ότι έχεις περάσει από μια προσωπική δοκιμασία, σαν να έχεις αδειάσει και ξαναγεμίσει από την αρχή. Και νομίζω πως αυτό ακριβώς είναι το θέατρο: μια πράξη αλήθειας και γυμνότητας, όπου ο ηθοποιός και ο άνθρωπος γίνονται ένα».
Ποια είναι η πιο δύσκολη στιγμή που έχετε βιώσει πάνω στη σκηνή;
«Η πιο δύσκολη στιγμή πάνω στη σκηνή είναι πάντα εκείνη που σπάει η ασφάλεια. Μια στιγμή που κάτι πάει “στραβά”, ένα κενό μνήμης, μια παύση που κρατά περισσότερο απ’ όσο πρέπει, μια συγκίνηση που σε κατακλύζει και δεν μπορείς να την ελέγξεις. Θυμάμαι μια φορά, σε μια παράσταση, ένιωσα ότι δεν μπορούσα να πω την επόμενη φράση. Όχι γιατί την ξέχασα, αλλά γιατί το συναίσθημα ήταν τόσο αληθινό που με σταμάτησε. Εκείνη τη στιγμή, το κοινό δεν κατάλαβε τίποτα, αλλά εγώ ένιωσα γυμνός, εκτεθειμένος, ανθρώπινος. Αυτές οι στιγμές είναι δύσκολες, αλλά και πολύτιμες. Γιατί σου θυμίζουν ότι το θέατρο είναι ζωντανό, δεν είναι ποτέ τέλειο. Κάθε λάθος, κάθε ρήγμα, είναι κι ένα πέρασμα προς την αλήθεια. Κι ίσως εκεί, μέσα στην αμηχανία και την ευαλωτότητα, να βρίσκεται η πραγματική ομορφιά της σκηνής.
Στον μονόλογο του «Γελοίου» υπάρχουν πολλές δύσκολες στιγμές, αλλά η πιο απαιτητική για μένα είναι εκείνη λίγο πριν από το όνειρο, όταν ο ήρωας έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Εκεί το σώμα και η ψυχή πρέπει να αγγίξουν το απόλυτο κενό, χωρίς καμία δραματουργική “προστασία”. Είναι μια στιγμή απόλυτης σιωπής και αλήθειας, όπου νιώθω ότι δεν παίζω πια, αλλά υπάρχω. Κάθε φορά που φτάνω εκεί, κάτι μέσα μου ραγίζει. Κι όμως, από αυτή τη ρωγμή γεννιέται η λύτρωση που έρχεται μετά, μέσα στο όνειρο, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά ξανά την αγάπη και την ελπίδα.
Είναι σκληρό να το ζεις κάθε φορά, γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με τη δική σου σκοτεινή πλευρά. Αλλά ίσως αυτό είναι το τίμημα του ρόλου: να πεθαίνεις λίγο κάθε βράδυ πάνω στη σκηνή, για να μπορέσεις να ξαναγεννηθείς μαζί με τον ήρωα. Αυτή η διαδρομή, από την απόγνωση στο φως, είναι και ο λόγος που αγαπώ αυτό το έργο. Κάθε παράσταση είναι σαν μια μικρή αναγέννηση».
Το κίνημα #MeToo άλλαξε τελικά το θέατρο; Μειώθηκαν οι κακοποιητικές συμπεριφορές; Είχατε αντιμετωπίσει κάποιον τέτοιον συνεργάτη;
«Το κίνημα #MeToo ήταν καθοριστικό για το θέατρο. Προσωπικά δεν έχω βιώσει κακοποιητική συμπεριφορά από συνεργάτη, αλλά γνωρίζω ότι πολλοί στον χώρο υπέφεραν σιωπηλά για χρόνια. Το σημαντικό είναι ότι πλέον υπάρχει μια συνείδηση, ένα φως πάνω στο πρόβλημα και οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη να μιλήσουν χωρίς φόβο.
Το θέατρο, για μένα, είναι χώρος δημιουργίας και ελευθερίας και το #MeToo έχει δείξει ότι μπορεί να είναι και χώρος ασφάλειας. Οι συνεργασίες πλέον βασίζονται περισσότερο στον σεβασμό και στα όρια του καθενός και αυτό αλλάζει ριζικά τη δυναμική επί σκηνής και εκτός. Η εμπειρία μου μου έχει διδάξει ότι η αλλαγή απαιτεί χρόνο, αλλά κάθε βήμα προς μια υγιή, καθαρή σκηνή είναι μια νίκη για όλους μας, για τους νέους ηθοποιούς, τους θεατές και την ίδια την τέχνη».
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
«Για την ώρα επικεντρώνομαι γύρω από την παράσταση “Το όνειρο ενός γελοίου”, που συνεχίζει να εξελίσσεται, να παρουσιάζεται στο Θέατρο Nous - Creative Space έως αρχές Δεκεμβρίου και να ταξιδεύει σε φεστιβάλ και σκηνές στην Ελλάδα. Θέλω να φέρω το έργο σε όσο περισσότερους ανθρώπους γίνεται, γιατί πιστεύω πως έχει κάτι ουσιαστικό να πει για τον άνθρωπο, την αγάπη και την υπαρξιακή μας αναζήτηση.
Παράλληλα, βρίσκομαι στη Λαμία, καθώς συνεργάζομαι με το ΔΗΠΕΘΕ ΡΟΥΜΕΛΗΣ στην παράσταση “Η Χάιντι και τα βουνά” του Ανδρέα Φλουράκη σε σκηνοθεσία Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη».